Προβολή ταινίας στην Ομβριακή

Διοργανωτής: 
Αθλητικός & Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Δομοκού
Εξωραϊστικός και Πολιτιστικός Σύλλογος των Απανταχού Ομβριακιτών
Εξωραϊστικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Γυναικών Ομβριακής
Αθλητικό Σωματείο Ομβριακής "ΟΜΒΡΟΣ"
Ημερομηνία: 
Σάβ, 18/08/2012 - 21:00

Το Σάββατο , 18 Αυγούστου θα προβληθεί η βραβευμένη ταινία του Δήμου Αβδελιώδη:

  • "Η Εαρινή Σύναξις των Αγροφυλάκων"

Γενική Είσοδος: ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Η Εαρινή Σύναξις Των Αγροφυλάκων (1999) The Four Seasons Of The Law
Του Δήμου Αβδελιώδη. Κριτικές Για Την Ταινία. Δηλώσεις Δήμου Αβδελιώδη Για Την Τέχνη Και Την Ζωή.

Μεταφερόμαστε στη Χίο του 1960, όπου μετά τον ξαφνικό θάνατο του αγροφύλακα του Θολοποταμίου κανένας αντικαταστάτης δεν μπορεί να στεριώσει στην κοινότητα. Οι κάτοικοι του χωριού έχουν τη φήμη πονηρών ανθρώπων και οι αγροφύλακες φοβούνται ότι ο αδικοχαμένος συνάδελφός τους έχει στοιχειώσει την περιοχή. Οι αντικαταστάτες εκτός από την φύλαξη της περιοχής, θέτουν ως στόχο μια νεαρή κι ατίθαση κοπέλα, την Ελισσώ.

 Η ταινία διαπραγματεύεται το θέμα της διαδοχής των εποχών παρουσιάζοντας ταυτόχρονα το χώρο, μέσα στον οποίο αυτή καταγράφεται, καθώς σύμφωνα με τον σκηνοθέτη το πιο σημαντικό υλικό της τέχνης είναι αυτό της μνήμης και του βιωμένου χρόνου. Βασικό κίνητρο για τη δημιουργία της ήταν η επιθυμία να αποδοθούν οι χρωματικές, ηχητικές
και αισθητικές εναλλαγές του χρόνου, ενώ οι Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι (που πλαισιώνουν μουσικά την ταινία) περιγράφουν με τον καλύτερο τρόπο τη μετάλλαξη του χρόνου σε εποχές, μέσα από τη συνεχή εναλλαγή του έρωτα και του θανάτου.

Σκηνοθεσία/Σενάριο: Δήμος Αβδελιώδης
Δ/νση Φωτογραφίας: Σωτήρης Περρέας (Άνοιξη), Οδυσσέας Παυλόπουλος
(Καλοκαίρι), Αλέκος Γιάνναρος (Φθινόπωρο), Λίνος Μεϊτάνης (Χειμώνας)
Μοντάζ: Κώστας Ιορδανίδης

Παίζουν οι:
Αγγελική Μαλάντη, Άγγελος Παντελάρας, Τάκης Αγορής, Γιάννης Τσουμπαριώτης, Στέλιος Μακριάς, Παναγιώτης Λούρος, Ηλίας Πετροπουλέας, Μαριάνθη Αλμυρούδη, Γιώργος Πουλιδάκης, Μαρίνος Μουζάκης, Νίτσα Κλουβά, Μαργαρίτα Κλαδιά, Μιχάλης Βαρκάρης, Αντώνης Μπογιατζής, Παναγιώτης Ριδάκης, Βαγγελιώ Μισαηλίδου, Λεωνίδας Στάθης, Δημήτρης Κολοβής, Μάρκελλος Πούπαλος, Τούλα Φραγκάκη, Αληθέα Παπαγεωργίου, Γιάννης Σιταράς, Δημήτρης Τράγκας, Κώστας Καλαμωτούσης, Γιάννης Ξιδέρης, Ειρήνη Κώττη, Γιώργος Μπινιάρης, Γιώργος Παπαγεωργίου, Γιάννης Καλόγερος, Παναγιώτης Αβδελιώδης, Γιώργος Αβδελιώδης, Ευτυχία Κωστάλα, Κώστας Μεσσάρης, Νίκος Μάντικας, Δέσποινα Μάντικα, Λευτέρης Γιαννούμης, Σταύρος Αβδελιώδης, Παντελής Λαβίδας, Σταμάτης Αβδελιώδης, Κώστας Πεσσός, Κώστας Αγορής, Κώστας Ζερβούδης, Κώστας Τρικίλας, Μιχάλης Ξιδερής, Νίκος Κουτσοδόντης, Τάσος Κουτσοδόντης, Αλέκος Γαϊτανάς, Ζαχαρίας Κόκκαλης, Νίκος Λουφάκης, Τάκης Μπελόκας, Κώστας Σφήκας, Μάνος Κώστης, Κώστας Νεαμονιτάκης, Νίκος Σφήκας, Νίκος Γιαννίτης, Ηλιας Γαϊλας, Αναργυρος Γαϊλας, Δημητρης Αυγουστιδης, Δημήτρης Τζιώτης, Κωνσταντίνος Βάρδας, Νίκος Σιδεράτος, Ισίδωρος Μιχαλάκης

Παραγωγή: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ, ΔΗΜΟΣ ΑΒΔΕΛΙΩΔΗΣ, ΕΤ1

Διάρκεια: 180΄

 Δήλωση του Δήμου Αβδελιώδη μετά τη βράβευσή του στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

«Η μεγαλύτερη ικανοποίηση για μένα δεν είναι τόσο τα βραβεία όσο το γεγονός ότι η ταινία άγγιξε τον κόσμο. Είναι η πρώτη φορά που βραβεύομαι στη Θεσσαλονίκη και αυτό είναι από μόνο του για μένα μεγάλη διάκριση. Ωστόσο, θέλω να σας υπενθυμίσω ότι την ταινία πρόσεξαν και τη βράβευσαν η Ένωση των Ευρωπαίων κριτικών, κατά παράβαση μάλιστα του κανονισμού τους, η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου και κυρίως το κοινό. Τα βραβεία αυτά που δεν είναι χρηματικά, κατά τη γνώμη μου είναι τα σημαντικότερα, διότι όσοι ψηφίζουν δεν υπολογίζουν τα χρήματα
αλλά ψηφίζουν με την καρδιά τους, την ευαισθησία τους και το καλλιτεχνικό κριτήριο.»

Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ)

Σκεπτικό Βράβευσης
Γιατί η ταινία του Δήμου Αβδελιώδη αποτέλεσε ευτυχές κι απροσδόκητο υπόδειγμα ενός σφόδρα επιθυμητού αλλά και μόνιμα ζητούμενου του ελληνικού κινηματογράφου, ο οποίος πάρά τη σπάταλη και πληθωρική πολυθεμοτολογία του, παραμελεί (αν όχι και αγνοεί) την ανάδειξη εκείνων των χαμηλών χαρακτηριστικών του εθνικού μας προσώπου, μέσα,
εντούτοις, στα οποία συνεχίζουν να ζουν πολύτιμες παρακαταθήκες ήθους αθωότητας και συμπεριφορών. Ο άσημος, καθημερινός βίος των ταπεινών ξώμαχων της ελληνικής υπαίθρου εμβαπτισμένος στο πλούσιο, ποιητικό βλέμμα του Αβδελιώδη-του οποίου είναι εύκολο να δει κανείς την καταγωγή π.χ. στον Παπαδιαμάντη και την αιγαιοπελαγίτικη «τρέλα» του Ελύτη-επαναφέρει στη συνείδηση (αλλά και στη γνώση μας) αξίες διαμετρικά αντίθετες από τα διεθνή εκφυλιστικά πρότυπα της βίας και της νοσηρότητας.

Η ιδιοφυής αντίστιξη της μουσικής, του τοπίου, των ανθρώπων και των εποχών συνταιριάστηκαν σε ένα  κινηματογραφικό αμάλγαμα που είχε πολύ καιρό να αξιωθεί η ελληνική Έβδομη Τέχνη.

Variety
«Σε μια εποχή που οι περισσότερες ταινίες διαρκούν ιδιαίτερα πολύ και μερικοί σκηνοθέτες μοιάζουν ανίκανοι να αφηγηθούν και την πιο συνηθισμένη ιστορία σε λιγότερο από δυόμιση ώρες, είναι πραγματική
απόλαυση να βρίσκεις μια ταινία που επωφελείται από τη διάρκειά της.

Μόλις λίγα λεπτά κάτω από τις τρεις ώρες η Τρίτη ταινία του Δήμου Αβδελιώδη «Εαρινή Σύναξις των Αγροφυλάκων» είναι μια κυνική κωμωδία της ζωής στην ύπαιθρο που ανταποκρίνεται σ’ έναν διπλό στόχο, της
μελέτης του χαρακτήρα του Έλληνα και των κατεργάρικων υπερβάσεων εξουσίας που του αναλογούν, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια μερικών απ’ τις πιο δραστικές εξελίξεις των περασμένων σαράντα χρόνων. Χωρίς να
προκαλεί την παραμικρή δυσφορία εξαιτίας της διάρκειάς της, με μια πηγαία και καθόλου επιτηδευμένη προσέγγιση, αυτή η αυθεντική, ιδιαίτερα έξυπνη ταινία μοιάζει εντούτοις προορισμένη να παρουσιαστεί σε μεγάλα Φεστιβάλ τους μήνες που έρχονται, με μια περιορισμένη υψηλής κλίμακας διανομή που θα έρθει ως συνέχεια των ευνοϊκών κριτικών.

Είναι σαφές πως η ταινία του Αβδελιώδη πέρα από έναν χαμηλών τόνων πορτρέτο μιας κοινότητας περιορισμένης στον δικό της τρόπο ζωής, αποτελεί επίσης μια λεπτή αλληγορία της πρόσφατης ιστορίας της χώρας και της παθητικής επιθετικότητας του ευπροσάρμοστου χαρακτήρα του Έλληνα.

Παρά το ότι σύμφωνα με τις σημειώσεις της παραγωγής η δράση τοποθετείται στα 1960, τα τρία πρώτα μέρη της μπορούν επίσης να αναγνωσθούν σαν ένα σχόλιο πάνω στο πέρασμα της χώρας από την κοιμισμένη, παραδοσιακή δεκαετία του ’50 μέσα από τον Νόμο της Δικτατορία της στρατιωτικής Χούντας του τέλους της δεκαετίας του ’60
και των αρχών της δεκαετίας του ’70 σε μια ύποπτη συμφιλίωση ανάμεσα στους ανθρώπους και το καθεστώς στη συνέχεια.

Γυρισμένη στο νησί της Χίου, η ταινία αναδύει μια πραγματική αίσθηση του τόπου και των ανθρώπινων τύπων του χωρίς καθόλου να επιβάλλει στερότυπα στο κοινό της… Και οι τρεις σχεδόν ώρες διάρκεια είναι ακριβώς ό,τι χρειάζεται.»

Κριτικές Κινηματογράφου, 3-9 Ιανουαρίου 2000

Από τον Derek Elley

ΑΒΔΕΛΙΩΔΗΣ ΔΗΜΟΣ
Ο Δήμος Αβδελιώδης γεννήθηκε στη Χίο το 1952. Σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και τη Δραματική σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Αρχικά εργάστηκε ως ηθοποιός για το θέατρο, ενώ στον
κινηματογράφο εμφανίστηκε με την μικρού μήκους ταινία Αθέμιτος συναγωνισμός (1982). Έχει σκηνοθετήσει πολλές θεατρικές παραστάσεις, ανάμεσά στις οποίες Ο Μεγαλέξανδρος και ο Καταραμένος Δράκος, που παίζεται και φέτος στο θέατρο Βεάκη και είναι διευθυντής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βορείου Αιγαίου. Έχει διδάξει κινηματογράφο στο τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Παντείου Πανεπιστημίου.

Φιλμογραφία:
Αθέμιτος συναγωνισμός (1982), μικρού μήκους, μυθοπλασία
Το δέντρο που πληγώναμε (1986), μεγάλου μήκους, μυθοπλασία
Νίκη της Σαμοθράκης (1990), μεγάλου μήκους, μυθοπλασία
Η εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων (1999), μεγάλου μήκους, μυθοπλασία

Ακολουθούν αρχεία με:
Κριτικές της ταινίας σε εφημερίδες και περιοδικά.
Δηλώσεις του σκηνοθέτη για την τέχνη και τη ζωή.

Ο Δήμος Αβδελιώδης, με την τρίτη του μεγάλου μήκους ταινία, “Η εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων”, προέκταση — κατά το δικό του τρόπο— της “Νίκης της Σαμοθράκης”, μα και του προηγούμενου της, “Το δέντρο που πληγώναμε”, έρχεται μετά από δέκα χρόνια απουσίας του από τον κινηματογράφο —μεσολάβησε η έξοχη θεατρική σκηνοθεσία του στο Βιζυηνό, να ξαναπιάσει το μεγάλο του παγανιστικό μήνυμα: “τότε που ζούσαμε”, όπως το εισήγαγε με τη “Νίκη της Σαμοθράκης”. Αν στη “Νίκη” οι ήρωες μπαινόβγαιναν στο όνειρο, τώρα κατοικούν μόνιμα σ’ αυτό- έστω κι αν είναι πρόσωπα ηθογραφίας, πρόσω­πα εποχής —της δεκαετίας του ’60. Κάπου στο χώρο —η Χίος, έστω)—, κάπου στο χρόνο —η δεκαετία του ’60, έστω—, κάτω από τη μουσική του Βιβάλντι, οι αγροφύλακες κάθονται πίσω από ένα τραπέζι, σαν τους δώδεκα αποστόλους και ψάλλουν το δείπνο το μυστικό· το σπίνο, τον απόστολο της άνοιξης. Μετά έρχεται το θέρος και ο πρώτος αγροφύλακας διορίζεται από τον αγρονόμο στην κοινότητα Θολοποταμίου —αντικαταστάτης του εκλιπόντος νεραϊδόπληκτου συναδέλφου του— έναντι σο­βαρών οικονομικών κινήτρων που του προσφέρονται.

Φτάνει στην κοινότητα καβάλα σ’ ένα μοτοσακό, αυτός και ο σκύλος του —ζώο που τριγυρνάει σε όλες τις ταινίες του Αβδελιώδη. Ουσιαστικά επελαύνει προς τη νέα του θέση για να καταλήξει φαρδύς πλατύς στη θημωνιά κάποιου εντόπιου, που του έχει στήσει παγίδα, και που στη συνέχεια τον συμμαζεύει και τον μετατρέπει σε υποχείριο του.

Το φως του θέρους καίει τα πάντα, καίει την εικόνα —έντονα τα κοντράστ—, θολώνει το μυαλό, μαστουρώνει ο αγρο­φύλακας, μεταπηδά από την κατάσταση του ξύπνιου σ’ αυτήν του ενυπνίου. Αράζει στον ίσκιο, με το μουσκεμένο απ’ τον ι­δρώτα πουκάμισο του και το γλαρωμένο του σκύλο, να κυριαρχούν στην εικόνα· αρκείται στην ανακούφιση του
παγουριού του. Η υψηλή του αποστολή —η φύλαξη των αγρών όλων των υπηκόων του— μετατρέπεται σε φύλαξη του μποστανιού του χωριάτη αφέντη του, απέναντι σε φυσικούς και μεταφυσικούς εχθρούς. Κάπου εκεί, στα
όρια του ονείρου και της πραγματι­κότητας, συμβαίνουν τα μύρια όσα, σε βάρος της ορθής λογικής, του αγρονομικού συστήματος· όλα σε θρίαμβο της υπερρεα­λιστικής ποίησης του δημιουργού της ταινίας. Ένας ντόπιος Χιώτης, έξοχος ερασιτέχνης ερμηνευτής (Τάκης Αγορής, για την ιστορία), μετατρέπεται στα χέρια του Αβδελιώδη σε σημαδιακή φιγούρα του ελληνικού κινηματογράφου (όπως και οι ερασι­τέχνες ηθοποιοί, ήρωες,του Δαμιανού), περιφέρει νωχελικά την πληθωρική, θλιμμένη, απόμακρηφιγούρα του στα γενικά, κυ­ρίως, πλάνα της ταινίας. Μοιάζει να βλέπει μακριά, όμως δεν βλέπει ούτε τη μύτη του. Φτάνει στην ατομική του εξέγερση, που εκδηλώνεται μ’ ένα μεθύσι, ένα χορό “ξεφτιλισμένης λεβεντιάς” και μετά βλέπει το φάντασμα του χαμένου συναδέλφου, βλέ­πει τη νεράιδα —ένα κοριτσόπουλο που τρέχει σαν κατσίκι στο λιβάδι με τις τουλίπες (Αγγελική Μαλάντη)— κι εκείνη τον ο­δηγεί στην έκπτωση της θέσης του, στην έκπτωση τής, έστω και λαθραίας, προσωπικότητας του.

Ο διάδοχος του είναι ήρωας φαρσοκωμωδίας: Υπερκινητικός, δραστήριος, καταγίνεται με υπερβάλλοντα ζήλο στην ε­πιβολή του νόμου. Διώκει, καταδιώκει, εκτελεί εν ψυχρώ αμαρτωλές όρνιθες, συλλαμβάνει, διατάσσει, εκτελεί και αυτός, με το δικό του τρόπο, την ορθή λογική, αναπαράγει το χάος στις ενδοκοινοτικές σχέσεις. Πάνω από το κεφάλι κιαυτού, σαν “μυλολίθαρο” ο ήλιος της Χίου —αν και φθινόπωρο— καίει το τοπίο. Αυτός ο Σάντσο Πάντσα που δεν πρόλαβε να συναντήσει, στους αγρούς της Χίου, τον Δον Κιχώτη —τον προηγούμενο, δηλαδή, μα και τον επόμενο του αγροφύλακα—, ένας ακόμη αγροφύ­λακας ελεεινής μορφής, χρίζεται από τη μοίρα σαν ο εκλεκτός της: Κατορθώνει να συλλάβει 5—6 μαθητές που αποπειράθηκαν να κλέψουν από ένα πορτοκάλι έκαστος και εν πλήρει πομπή και διαπόμπευση, τους οδηγήσει στον αγρονόμο. Εισπράττει ως αντίδωρο της εθνικής του πράξης: την απόλυση. Επιχειρεί να συλλάβει και τη νεράιδα, όμως αυτή τον οδηγεί στο λασπόλακκο, που τον ρουφάει ως κατάλοιπο της Ιστορίας. Τελειώνει εξάλλου το φθινόπωρο και έρχεται ο χειμώνας.

Ο τρίτος αγροφύλακας, όπως και ο πρώτος, είναι ήρεμος, ευγενικός. Δεν τον αφορά η επιβολή του νόμου, η σύγκρου­ση με τους εντόπιους. Επιπλέον αυτός είναι, γέρος, που έχει συλλάβει το νόημα της ζωής όχι σαν καθήκον, μα σαν δικαίωμα, ως την ύστατη της στιγμή —αραλίκι, δηλαδή. Διεκδικεί και απολαμβάνει το δικαίωμα του να την βγάζει
αραγμένος στον κα­φενέ, χαρτοπαίζοντας και αφήνοντας την Ιστορία και τις ιστορίες, ανενόχλητες. Μια ατέλειωτη παρτίδα είναι ο βίος του —το τρίτο μέρος της ταινίας— μια παρτίδα που διαρκεί ως τα ξημερώματα· όλοτο χειμώνα, ίσως. Παίζει το μισθό του, παίζει έ­να γάιδαρο, παίζει εν τέλει την τιμή και την υπόληψη του, —εφόδια του βίου του, πλέον,ευτελή και του γαϊδάρου— στα χαρ­τιά. Όταν θα βγει έξω, στους αγρούς, θα τον παρασύρει η νεράιδα κι αυτόν στο χαμό.

Και μετά έρχεται η άνοιξη, η τέταρτη εποχή· με τα λουλούδια ν’ανθίζουν και πάλι, τις τουλίπες να κοκκινίζουν στις πλαγιές. Ο τέταρτος αγροφύλακας που θα στείλει ο αγρονόμος στο θολό ποτάμι, είναι νέος, ωραίος και ξύπνιος· ερωτεύσιμος. θα αντιπαρέλθει τις παγίδες της νεράιδας, θα της στήσει τη δική του ενέδρα, θα την πιάσει στο δίχτυ
του και αυτή τον ερω­τεύεται. Το παραμύθι τελειώνει αισίως. Το φάντασμα του, προ της δυναστείας των τεσσάρων, χαμένου αγροφύλακα, θα πα­ραμείνει να τριγυρνάει αδικαίωτο, στοιχειώνοντας το τοπίο.

Ένα παραμύθι για μικρούς και μεγάλους είναι η ταινία του Αβδελιώδη- μια αφήγηση στα όρια της λογικής και του πα­ραλόγου, στα όρια τουρεαλισμού και της ποίησης, εκεί που η πραγματικότητα, κάτω από την πίεση του ήλιου, του αέρα, του κρύου, της ζέστης, των χρωμάτων, των ήχων, απογειώνεται και συναντάει το όνειρο, τη χαμένη αθωότητα, αν αυτή υπήρξε κά­ποτε· τότε που οι ρυθμοί της φύσης εξασκούσαν μια άλλη λειτουργία πάνω στον άνθρωπο: “τότε που ζούσαμε”. Στην παιδική μας ηλικία. Ο σκηνοθέτης λέει σε συνέντευξη του στην “Ελευθεροτυπία”: “Η ουτοπία της παιδικής ηλικίας είναι κάτι στο ο­ποίο θέλεις πάντα να γυρίσεις. Όχι επειδή η παιδική ηλικία είναι η καλύτερη περίοδος της ζωής μας, μπορεί να είναι και η χει­ρότερη. Είναι, όμως, η αρχή. Και ασυνείδητα όλοι οι άνθρωποι θέλουν να γυρίσουν στην αρχή, για να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. Αυτό, όμως, δε γίνεται, κι έτσι η παιδική ηλικία γίνεται ένας χώρος μυθικός, μια πηγή που δεν στερεύει ποτέ”.

Γιάννης Σολδάτος, από την Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου

Η φετινή παραγωγή, έτσι όπως παρουσιάστηκε στο πρόσφατο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ή προβλήθηκε στις αίθουσες, δημιουργεί την πεποίθηση ότι ο ελλη­νικός κινηματογράφος βρίσκεται με την αλλαγή του αιώνα, σ’ ένα κρίσιμο σταυρο­δρόμι. Το καινούριο φαινόμενο, είναι φυσικά, η εμφάνιση και η συμμετοχή ισχυρών ιδιωτικών κεφαλαίων, που επενδύονται ή πρόκειται να επενδυθούν στην ελληνική κινηματογραφική παραγωγή. Ο στόχος είναι πολλαπλός, αλλά με το ίδιο πάντα σκε­πτικό και την ίδια επενδυτική φιλοσοφία. Τα ελληνικά τηλεοπτικά δίκτυα (κυρίως ι­διωτικά), έχουν προ πολλού εξαντλήσει το ρεπερτόριο των ταινιών του λεγόμενου “παλαιού καλού κινηματογράφου”. Χρειάζονται “νέο αίμα” με την ίδια θεματογρα­φία και, αν είναι δυνατόν, την ίδια ποιότητα.
Τουλάχιστον με την “ποιότητα” των ε­πιτυχημένων κωμικών τηλεοπτικών σειρών. Η κατάληξη αυτής της παραγωγής, εί­ναι φυσικά η μικρή οθόνη, όπου θα προβάλλονται και θα ξαναπροβάλλονται. για την επόμενη δεκαετία, αυτές οι “ταινίες”. Αν όμως συμβεί να έχουν και μεγάλη επι­τυχία στις αίθουσες, ακόμη καλύτερα. Το κέρδος είναι σαφώς
πολλαπλάσιο, βε­βαίως σε χρήμα. Και ποιο είναι το κοινό στο οποίο στοχεύουν; Δεν είναι οι θεατές, τουλάχιστον με την ιδιότητα, που τους γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Είναι ένα κοινό α­πείρως πολυαριθμότερο: οι τηλεθεατές. Ο τηλεθεατής, που παρακολουθεί, κατά μέ­σο όρο, τρεις ώρες τηλεόραση την ημέρα, που διασκεδάζει, πληροφορείται και “μορ­φώνεται” πλέον, μόνο από τα προγράμματα της μικρής οθόνης. Αυτό το κοινό αγ­γίζει περίπου το σύνολο του πληθυσμού της χώρας και είναι οκτώ με εννέα φορές περισσότερο από αυτό των κινηματογραφικών αιθουσών.
Πρόκειται για εντελώς άλλης τάξης φαινόμενο στη σύγχρονη βιομηχανία θεάματος.

Το κυρίαρχο γούστο

Ωστόσο η φετινή χρονιά απέδειξε ότι υπάρχει και άλλου είδους ελληνικός κινηματογράφος. Εμφανίστηκε στο πρόσφατο Φεστιβάλ στη Θεσσαλονίκη, το τε­λευταίο αυτού του αιώνα.

Στη βαθμολογία των κρατικών βραβείων —και αν ακόμη λειτούργησαν μι­κρές οργανωμένες ομάδες κριτών, υπέρ της μιας ή της άλλης ταινίας (αυτό που ο­νομάζαμε πάντα ως μπλοκ), δεν είχαν βαρύνουσα επιρροή στο αποτέλεσμα, γιατί το ίδιο το σύστημα δεν το επιτρέπει— λειτούργησε το κυρίαρχο γούστο. Το γού­στο που είναι πολύ πιθανό να φέρει πολλούς θεατές στις αίθουσες. Η ταινία του Κώστα Καπάκα (Peppermint) συγκίνησε, ευαισθητοποίησε και διασκέδασε (δικαί­ως) τους κριτές όπως και τους θεατές, έχοντας ως κυρίαρχο προσόν την καλο­δουλεμένη γραφή ενός κινηματογράφου της δεκαετίας του ’60. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης του ” Peppermint” σε μια τηλεοπτι­κή εκπομπή και στην ερώτηση ποιον Έλληνα σκηνοθέτη προτιμά, απάντησε: τον Σακελλάριο.

Το δεύτερο βραβείο ποιότητος, εννοώ το “Καναρινί ποδήλατο” του Δημήτρη Σταύρακα, στα ίδια περίπου χνάρια κινείται. Καλοδουλεμένη, με τη γραφή και το ύ­φος μιας καλής ταινίας της δεκαετίας του ’60. Πάντα στο
πλαίσιο του ελληνικού κι­νηματογράφου. Γιατί υπάρχουν και παραδείγματα πρόσφατων ελληνικών ταινιών, στο στιλ των “σίξτις”, που θα μπορούσαν να τοποθετηθούν δίπλα σε αντίστοιχης θεματογραφίας και στιλ ξένες ταινίες, επίσης της δεκαετίας του ’60. Εννοώ το “Τέλος εποχής”, τους “Απόντες”, το “Μη μου άπτου”, “Άνεμος στην πόλη” κλπ., που θα
μπορούσαν να βρίσκονται δίπλα σε ταινίες της Τσεχοσλοβακίας, της Πολωνίας, της τότε Σοβιετικής Ένωσης, ή και των δυτικών χωρών, όπως της Βρετανίας, της Γαλλίας ή της Ιταλίας, γυρισμένες στην ίδια χρονική περίοδο. Όταν, πολλοί από ε­μάς μιλούν για ταινίες που πρέπει να ξαναγκαλιάσουν το κοινό, να κάνουν εισιτή­ρια και να βγουν στις
αίθουσες (νόμιμα και απαραίτητα αιτήματα), αυτόν τον κινη­ματογράφο έχουν ως πρότυπο. Ας θυμηθούμε όμως, μερικές ταινίες της τελευταί­ας τριακονταετίας για να επισημάνουμε κάποιες διαφορές. Ταινίες όπως η
“Αναπαράσταση”, η “Ευδοκία”, το “Ταξίδι του Μέλιτος”. τα “Κουρέλια τραγουδούν ακόμα”, οι “Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας”, η “Τιμή της αγάπης” κλπ. που δεν ακολουθούσαν πρότυπα της δεκαετίας του ’60 και προσπαθούσαν η καθεμιά με τον δικό της τρόπο, να αρθρώσουν ένα προσωπικό λόγο. Και σε αυτές τις ταινίες υ­πήρχαν και μάλιστα έντονες επιρροές—δυτικού, κυρίως, κινηματογράφου. Κυριαρχούσε ωστόσο η προσπάθεια για προσωπική έκφραση
που προσδιόριζε σε μεγάλο βαθμό το ύφος ή την κινηματογραφική ιδιαιτερότητα της κάθε ταινίας.

Μια αισιόδοξη βεντάλια

Ωραία λοιπόν, κυριαρχεί το ύφος και το γούστο της δεκαετίας του ’60, ο­πότε τι κάνουμε; Ποιους έχουμε που να αρθρώσουν μια σύγχρονη ή τουλάχιστον πιο κοντινή, στα σημερινά χρόνια, γλώσσα; θα φέρω δύο παραδείγματα. Ένα από τη φετινή και ένα από την περσινή παραγωγή. Και πρώτα, η ταινία του Δήμου Αβδελιώδη: “Η εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων” (πήρε το τρίτο βραβείο ποιότη­τος, το βραβείο σκηνοθεσίας και το σημαντικό, όπως αποδείχθηκε, βραβείο κοινού, ενώ πιθανότατα θα άξιζε και άλλων ανώτερων διακρίσεων). Μια οπτικοακουστική συμφωνία στο
πανέμορφο φυσικό περιβάλλον της “μυ­ροβόλου Χίου”, το οποίο, στα γενικά πλάνα και βοηθούντος του Vivaldi, θύμιζε Τοσκάνη. Χιούμορ, ποίηση, ευρηματικότητα που κατέκτησαν το κοινό του φεστι­βάλ (τους θεατές), που αγαπά τον απλό και συγχρόνως πρωτότυπο κινηματογρά­φο.
Είναι σαφές ότι πρόκειται για ταινία, που δεν έχει σχέση ούτε με τη δεκαετία του ’60, ούτε με άλλες μεταγενέστερες δεκαετίες ή πρότυπα.
Ανήκει περισσότερο στην περίοδο του βωβού με την έντονη μουσικότητα και ίσως ανήκει επίσης, στην όμορφη πλευρά της λογοτεχνίας του 19ου αιώνα.

Το δεύτερο παράδειγμα, από την περσινή χρονιά, αφορά τον Κωνσταντίνο Γιάνναρη. Κι αυτό, γιατί θεωρώ ότι υ­πάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην ταινία “Από την άκρη της πόλης” σε σχέση με τις ταινίες που προσφάτως βραβεύτηκαν. Δεν έχει και ο Γιάνναρης σχέση με την κινηματογραφική γραφή της δεκαετίας του ’60; Πιθανόν. Ωστόσο, παραμένει σίγουρο, ότι η ματιά του είναι σύγχρονη, το ταλέντο του και ο υψηλού επιπέδου ε­παγγελματισμός (ας θυμηθούμε τη δουλειά που έκανε με τους ερασιτέχνες ηθο­ποιούς του) είναι αναμφισβήτητα, για να δεχτούμε ότι έχουμε να κάνουμε με έναν κινηματογραφιστή που, αν όχι τίποτε άλλο, μιλάει στη γλώσσα του σήμερα, θα μπο­ρούσε να παρατηρήσει
κανείς ότι και ο Αβδελιώδης εργάστηκε θαυμάσια με ερα­σιτέχνες ηθοποιούς, ενώ ο Καπάκας (όπως και ο Σταύρακας) τα έβγαλε πέρα με το εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα που είναι η καθοδήγηση μικρών παιδιών. Μα το ζη­τούμενο δεν είναι να υποβαθμίσουμε ή να αναβαθμίσουμε κανέναν.
Το ζητούμενο είναι να επιδιώξουμε μια θεώρηση της σύγχρονης κινηματογραφικής μας παραγω­γής, αλλά και να επισημάνουμε το είδος των κριτηρίων με βάση τα οποία αυτή η παραγωγή αξιολογείται. Πιστεύω λοιπόν, ότι αν πάρουμε αυτούς τους τρεις σκη­νοθέτες (Αβδελιώδη, Γιάνναρη, Καπάκα) έχουμε μια ενδιαφέρουσα βεντάλια, με τρεις εντελώς διαφορετικές τάσεις, που έχουν και οι τρεις το κοινό τους και τη θέ­ση του, στο πλαίσιο κάθε είδους ελπιδοφόρων προοπτικών στο σύγχρονο ελληνι­κό κινηματογράφο. Έχουμε ανάγκη και από τα τρία “είδη”. Βεβαίως. Κι ας αφήσουμε στο μέλλον το δύσκολο έργο της αξιολόγησης και της επιλογής.

Συμπερασματικά το κρίσιμο σταυροδρόμι αφήνει σοβαρά περιθώρια αισιο­δοξίας από τη στιγμή που παράλληλα με την ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριό­τητα, εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις (εννοώ μέσα στο ελληνικό Κέντρο  κινηματογράφου, του οποίου ο ρόλος όχι μόνο αναβαθμίζεται, αλλά καθίσταται ακόμη πιο απαραίτη­τος) ώστε να
ευδοκιμήσουν και οι σύγχρονες τάσεις του ελληνικού κινηματογρά­φου σε μια προσπάθεια επανασύνδεσης με το ευρύ κοινό.

Φώτος Λαμπρινός

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25 Δεκεμβρίου 1999




ΤΟ ΒΗΜΑ

4 Δεκεμβρίου 1999

Ο Δήμος που πληγώθηκε…

“Επειδή δεν είμαι επαγγελματίας σκηνοθέτης, δεν επιλέγω τα θέματα. Με
επιλέγουν. Έφυγα από τη Χίο όταν ήμουν 17 χρονών και όποτε την
επισκεπτόμουν πα­ρατηρούσα ότι κάθε φορά που γυρίζουμε στον τόπο όπου
μεγαλώσαμε, εκεί όπου έχουν εγγραφεί οι πρώτες οπτι­κοακουστικές
εμπειρίες, έχουμε την αίσθηση ότι ο χώρος μικραίνει. Τα δέντρα δεν
είναι τα ίδια, η θέα δεν είναι η ί­δια. Αυτές είναι δραματικές αλλαγές
και η αίσθηση της σμί­κρυνσης που μας διακατέχει αυτομάτως μάς
υποβάλλει και μια αόρατη θλίψη. Διότι ουσιαστικά είναι ένα αίσθημα
α­πώλειας του χρόνου που έχει άμεση σχέση με το φόβο του θανάτου. Στη
ζωή μας άλλωστε δεν κάνουμε τίποτε άλλο από μια συνεχή προσπάθεια
συμφιλίωσης με το θάνατο. Άλλο εμπειρίες όμως και άλλο τέχνη.” Το
μεγαλύτερο μέρος της κριτικής αγάπησε την ταινία του, το κοινό τής
χάρισε το βραβείο του και στον ε­πίλογο του φεστιβάλ, τη βραδιά της
απονομής των κρατι­κών βραβείων ποιότητας 1999, η ταινία κέρδισε τα
βραβεία σκηνοθεσίας και τρίτης καλύτερης παραγωγής. Συζητώντας με
αυτόν το συνεσταλμένο, χαμηλών τόνων “μοναχό” του κινηματογράφου, θα
μεταφερθείς α­πό την αρχαία Ελλάδα και την “Ποιητική” του Αριστοτέλη
ως τον Όρσον Γουέλς και τους σύγχρονους γάλλους φι­λοσόφους. Ο γραπτός
λόγος αποτελεί όχι απλώς τη βασι­κή πηγή έμπνευσης του Αβδελιώδη, αλλά
μιας μορφής τέ­χνη απλησίαστη από τις υπόλοιπες. “Προτού κάνω την
ταινία είχα ένα βάρος μέσα μου” λέει ο Αβδελιώδης. “Ήθελα μα
συμφιλιωθώ με το χωρο­χρόνο και αυτή η αγωνία δημιούργησε πρωταρχικά
το κί­νητρο για να γίνει η ταινία. Η έμπνευση προέρχεται από σκληρή
δουλειά και μελέτη. Την τέχνη δεν τη δημιουργήσαμε εμείς. Όταν
προ­σανατολιστείς στο θέμα σου, δουλεύεις πλέον σαν αρχι­τέκτονας. Το
μόνο που σε απασχολεί δεν είναι η έμπνευ­ση αλλά οι λογικές δομές που
θα παρατεθούν. Κατά κάποιο τρόπο υπηρετείς σαν αιχμάλωτος το σχεδίασμα
σου. Δεν τολμάς να γίνεις πιο έξυπνος και το ίδιο το έργο σου ζητά να
το ολοκληρώσεις. Αυτό δεν γίνεται όμως αν δεν εξαντλήσεις τις
λο­γικές, τις φιλοσοφικές, τις αισθητικές, τις οποιεσδήποτε α­ξιώσεις
που έχει ένας έλλογος άνθρωπος.” Για τον Αβδελιώδη, ο κινηματογράφος
δεν είναι επάγγελμα, όπως άλλωστε είπε και στην αρχή. “Αυτό δεν
σημαίνει ότι είμαι κατά των επαγγελματιών σκηνοθετών. Απλώς δεν
συμπλέω μαζί τους. Αν δεν είναι αναγκαίο, δεν το κάνω”.

Συνέντευξη στον I. Ζουμπουλάκη

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

24 Νοεμβρίου 1999

Όσοι —και είναι πολλοί— διαφωνούν με τον τρό­πο που απονεμήθηκαν τα
Κρατικά Κινηματογραφικά Βραβεία δεν κρύβουν την ανακούφιση τους (αλλά
και την έκπληξη τους) που, τελικά, κατάφερε ο Δήμος Αβδελιώδης, ένας
δημιουργός με έντονη χαρισματική προσωπικότητα να δια­σωθεί και να
εισχωρήσει στην “τριάδα” των βραβείων, αλ­λά και να κερδίσει το
βραβείο σκηνοθεσίας. Είναι, δε, πρωτοφανές το κοινό του Φεστιβάλ να
βραβεύει “μη ε­μπορική”, καλλιτεχνική και, μάλιστα, τρίωρη ταινία, την
ώ­ρα που οι υποτιθέμενοι “ειδικοί” της Κριτικής Επιτροπής ψηφίζουν
μονοκούκι, με φανατισμό ταινίες, που, πάλι υ­ποτίθεται, φέρνουν το
κοινό στις αίθουσες.

Βένα Γεωργακοπούλου


ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

18 Νοεμβρίου 1999

Η “Εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων” του Δήμου Αβδελιώδη ση­κώνει
κριτική διότι παίζει σε άλλα ταμπλό. Το μεγάλο μείον είναι η
διάρ­κεια. Τρεις ολόκληρες ώρες παρά πέντε λεπτά. Γιατί; Με ποιο
ογκώδες σενάριο, με ποια πλουσιότατη ιστορία ξεκίνησε ο σκηνοθέτης,
ώστε να κάνει έργο τέτοιας διάρκειας; Το πλάτειασε, το τράβηξε, το
ξεχείλω­σε… Κι όμως! Είχε ένα τέτοιο μοντάζ (Κώστας Ιορδανίδης), από
εκείνα που δεν φαίνονται (και μια θεωρία λέει πως καλό μοντάζ είναι
αυτό που δεν φωνάζει την παρουσία του), ώστε με όλο αυτό το ξεχείλωμα
να μην αγανακτείς, να μην τρέμουν τα πόδια σου από τα νεύρα.

Αν η ταινία διαρκούσε ένα κανονικό δίωρο (για να μην πω μιάμι­ση ώρα)
θα ξεχώριζε με απόσταση. Είχε αγνότητα, χιούμορ, ο Αβδελιώδης έχει
ωριμάσει, έχει κάνει ένα ώριμο “Δέντρο που πληγώναμε”. Έχει
σκηνοθετήσει πολύ καλά τη Χίο και τους απλούς ανθρώ­πους. Έχει κι άλλα
πράγματα. Θα μιλούσα για εξαιρετική δουλειά στα κο­στούμια, που επίσης
“δεν φαίνονται”. Ρούχα ελληνικής επαρχίας του 1960. Το ίδιο και στη
σκηνογραφική διεύθυνση. Οι χώροι του είναι γε­μάτοι αλήθεια,
εσωτερικοί και εξωτερικοί (το ταβερνείο, το αγρονομικό, το σπίτι του
αγρονόμου, αλλά κι οι γειτονιές κι οι γωνιές τους κι οι ά­πλες της
ίδιας της φύσης και του χιώτικου τοπίου) (σκηνικά Νίκος Χατζής) κι
αυτήν την κωμική, νοσταλγική αλήθεια φωτογράφισαν με το ανάλογο φως ο
Οδυσσέας Παυλόπουλος κι ο Αλέκος Γιάνναρος.

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης


ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ

24 Νοεμβρίου 1999

Μπράβο και για τα βραβεία που πήρε ο Αβδελιώδης για την ω­ραιότατη του
“Εαρινή Σύναξη αγροφυλάκων”, κι αυτή μια απ’ άκρη σ’ ά­κρη ελληνική
ταινία. Και όπως έχω πει και γράψει τόσες φορές, μια ται­νία μας, όσο
πιο ελληνική είναι, τόσο πιο διεθνής έχει την ελπίδα να γί­νει. Με τις
ευχές μας, λοιπόν, για μια μεγάλη καριέρα στους θριαμβεύσαντες.

Ροζίτα Σώκου


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

21 Νοεμβρίου 1999

— Η λέξη αυθεντικότητα τι σημαίνει για σας;

“Νομίζω ότι είναι το απροσποίητο, να μη θέλεις να δείξεις κάτι
περισσότερο από αυτό που είσαι, να συμβιβα­στείς, δηλαδή με τον εαυτό
σου και να πεις: αυτό που εί­μαι, δεν είμαι κάτι παραπάνω”.

—Γιατί ξαναγυρίσατε με τους “Αγροφύλακες” στην πατρίδα σας τη Χίο, και
μάλιστα, τη δεκαετία του 60, τό­τε που ήσασταν παιδί;

“Δεν νομίζω ότι απομακρύνθηκα ποτέ από τη Χίο στις ταινίες μου, κι ας
μην τις γύρισα όλες στο νησί. Έψαχνα πάντα να βρω μέρη που να μοιάζουν
στη Χίο, τώρα το καταλαβαίνω. Η ουτοπία της παιδικής ηλικίας είναι
κάτι στο οποίο θέλεις πάντα να γυρίσεις. Όχι επειδή η παιδική ηλι­κία
είναι η καλύτερη περίοδος της ζωής μας, μπορεί να εί­ναι και η
χειρότερη. Είναι, όμως, η αρχή”.

— Το πρώτο και κυρίαρχο αίσθημα που γέννησε την “Εαρινή σύναξιν των
αγροφυλάκων” ποιο ήταν;

” Ήθελα να προσπαθήσω να αποδώσω τις χρωμα­τικές, τις ηχητικές και τις
αισθητικές, ας πούμε, εναλλα­γές, που προκαλούν οι εποχές του χρόνου.
Η αισθαντικότητα που έχουμε στην παιδική ηλικία, να γράφονται,
δη­λαδή, πάνω μας σαν σε άγραφο χαρτί οι οπτικές και ηχη­τικές
εμπειρίες, ένα από τα πιο συγκλονιστικά και μυστικι­στικά πράγματα”.

—Οι έννοιες “ελληνικότητα”, “παράδοση” σας λέ­νε τίποτα ή είναι κλισέ
και προπαγάνδα πολιτική, αν δεν συνοδεύονται από ένα γνήσιο
καλλιτεχνικό έργο;

” Πιστεύω ότι σήμερα οφείλουμε να έχουμε ένα ρο­μαντισμό γιατί στο 99%
της τέχνης έχει επικρατήσει μια βαρβαρότητα, δηλαδή, προβάλλεται μόνο
η άσχημη πλευ­ρά της ανθρώπινης φύσης. Αν ο κινηματογράφος θέλει να
είναι και μια πνευματική κατάθεση, πρέπει να επιδιώκει να αποκαλύπτει
την ομορφιά. Πρέπει η τέχνη να προσπαθεί να δαμάσει κάπως τη βία που
υπάρχει από τους νόμους της φύσης και των ανθρώπων και να προβάλει
κάποια ιδεώδη. Η τέχνη δεν κάνει άσκοπη δουλειά. Γιατί έγραφαν οι
τρα­γικοί; Είχαν τη συναίσθηση ότι γράφουν για την πόλη τους, για τους
πολίτες, για να τους κάνουν καλύτερους, για να εδραιώσουν τη
δημοκρατία ή να την κρίνουν όταν έπα­σχε. Αυτό είναι ένα
χαρακτηριστικό της ελληνικής τέ­χνης. Κι εκεί τη βλέπω εγώ την
ελληνικότητα. Γιατί πολ­λές φορές είναι γραφικότητα και με ενοχλεί
πάρα πολύ. Τι θα πει ελληνικότητα; Μπορεί να την έχει κι ένας Σουηδός,
κι ένας Αφρικανός, οποιοσδήποτε πιστεύει στην αρμονία και το μέτρο.

Συνέντευξη στη Βένα Γεωργακοπούλου


ΤΟ ΒΗΜΑ

23 Νοεμβρίου 1999

Το κοινό επιδοκίμασε τη λυρική ταινία του Δήμου Αβδελιώδη

Τι δήλωσαν οι βραβευθέντες: Δήμος Αβδελιώδης: “Η μεγαλύτερη
ικανοποίηση για μένα δεν είναι τόσο τα βρα­βεία όσο το γεγονός ότι η
ταινία άγγιξε τον κόσμο. Είναι η πρώτη φορά που βραβεύομαι στη
Θεσσαλονίκη και αυτό είναι από μόνο του για μένα μια μεγάλη διάκριση.
Ωστόσο, θέλω να σας υπενθυμίσω ότι την ταινία πρόσε­ξαν και τη
βράβευσαν η Ένωση Ευρωπαίων Κριτικών, κα­τά παράβαση μάλιστα του
κανονισμού τους, η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου και,
κυρίως, το κοινό. Τα βραβεία αυτά που δεν είναι χρηματικά, κατά τη
γνώμη μου είναι τα σημαντικότερα, διότι όσοι ψηφίζουν δεν υπολογί­ζουν
τα χρήματα αλλά ψηφίζουν με την καρδιά τους, την ευαισθησία τους και
το καλλιτεχνικό κριτήριο.”

Ι. Ζουμπουλάκης

ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ

24 Νοεμβρίου 1999

Ο Κώστας Καπάκας, που η ταινία του θα βγει στους κινηματο­γράφους στις
10 Δεκεμβρίου, ξεχώρισε όπως λέει “την ταινία του Δήμου Αβδελιώδη.
Είναι η μόνη που θεωρώ ότι θα έπρεπε να ανταμειφθεί πε­ρισσότερο”. Μια
ταινία όμως, που οι διανομείς θα δουν, όπως μας είπε ο Δήμος
Αβδελιώδης, στο “Παλλάς”, στην καθιερωμένη εβδομάδα που μεταφέ­ρονται
στην Αθήνα φιλμ του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. “Τώρα, με ενδια­φέρει το
κοινό” μας είπε ο γνωστός σκηνοθέτης “όχι τόσο για να κό­ψουμε
εισιτήρια, αλλά γιατί το αξίζει η ταινία. Απευθύνεται στο κοινό, έχει
σαφέστατο πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, διαθέτει χιούμορ, συγκίνη­ση και
μας αφορά όλους. Για μένα είναι σημαντικά τα βραβεία γιατί τα έχω
στερηθεί από τις άλλες ταινίες μου, που ακόμα βλέπονται. Μένω
κατάπληκτος όταν άνθρωποι μου μιλάνε ακόμα για τον “Αθέμιτο
συνα­γωνισμό”, ταινία που έκανα πριν από 20 χρόνια”.

Σωτήρης Μανιάτης


ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

18 Νοεμβρίου 1999

Σαν ζωγραφικός πίνακας, που εκτείνεται στην τρίωρη σχεδόν διάρκεια του
φιλμ και στις τέσσερις εποχές του δραματικού χρόνου της, η ταινία του
Αβδελιώδη παίρνει μορφή με ελεύθερες πινελιές απλωμέ­νες πάνω στον
καμβά, δίχως να αναδύεται η όποια αίσθηση αυτοπεριο­ρισμού μα και
χωρίς να χάνεται το μέτρο που μεταπλάθει αρμονικά τη φαντασία σε
πραγματικότητα. Με μια έννοια προσχηματική η υπόθεση του φιλμ από την
αρχή ως το τέλος της, αφήνει με μια παιδική πονηριά χώρο για παιχνίδι,
δια­σώζοντας στα καρέ της ένα ευφορικό χιούμορ και μια γραφικότητα,
που δε γίνεται φολκλόρ, αλλά ούτε και αισθητικό άλλοθι, καθώς ο φακός
δε διακατέχεται από καμία βία, ούτε για να την καταγράψει ούτε για να
την εξαφανίσει.

Άγης Μαραγκουδάκης


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

18 Νοεμβρίου 1999

Στο Ελληνικό Πανόραμα προβλήθηκε η επική δημιουργία του Δήμου
Αβδελιώδη “Η εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων”.

Ρομαντική αντίστιξη στην άγευστη πραγματικότητα

Εικονογραφείται η μουσική; Ο Δήμος Αβδελιώδης το επιχειρεί στην
“Εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων” και παράγει ποίηση. Είναι σαν να
σκηνοθετεί την παρτιτούρα με τις “Τέσσερις εποχές” του Βιβάλντι,
παραπέμποντας στη μεταμόρφωση της φύσης μέσα από τις ιστορίες
τεσ­σάρων αγροφυλάκων στη Χίο του 1960. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία
επική, που θυμίζει τον ποιητικό και ριζωμένο στην ιστορία και την
παρά­δοση κινηματογράφο του Παρατζάνοφ. Πέρασαν εννέα χρόνια από την
τελευταία φορά που ο Δ. Αβδελιώδης ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο. Το
βλέμμα του δεν άλλαξε από τό­τε, έγινε απλώς διεισδυτικότερο,
οξυδερκέστερο, σχολαστικότερο, ε­μπλουτίστηκε με χιούμορ. Στην “Εαρινή
Σύναξη” ο σκηνοθέτης αναδει­κνύει το λυρισμό του τοπίου, προβάλλοντας
ένα πρότυπο ομορφιάς “…σαν μια απέλπιδα ρομαντική αντίστιξη σε μια
πραγματικότητα που δεν ακούει πια, που δεν βλέπει χρώματα…”, όπως λέει
ο ίδιος. Οι ερασιτέχνες ηθοποιοί είναι απολαυστικοί στους ρόλους τους.
Η γλώσσα της αφήγησης, αλλά και των προσώπων, είναι μια μίξη ακραίας
καθαρεύουσας, της εξουσίας και των δημοσίων εγγράφων, και χυμώδους
δημοτικής, τόσο απολαυστικής στη διατύπωση της που παραπέμπει σε
σατιρικό κείμενο του Μποστ. Αρχετυπικά και μυθολογικά στοιχεία,
αντανακλάσεις ενός τοπί­ου παραδομένου στη φυσική εναλλαγή. Φύση,
άνθρωποι και μουσική, σε μια αλληλοδιαδοχή, τόσο αρμονική που μοιάζει
με χορογραφία.

Μαρία Κατσουνάκη


ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ


Αυθεντικός Λυρισμός και naïf κινηματογραφικό ύφος σε ένα έπος 3 ωρών
που τιμήθηκε με το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπως και
με το βραβείο σκηνοθεσίας στα Κρατικά Βραβεία.

Μπάμπης Ακτσόγλου


ΚΥΡ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

25 Δεκεμβρίου 1999

Η εαρινή σύνθεσις του Δήμου Αβδελιώδη. Χαίρομαι που γράφω αυτό το
σημείωμα στο κλεί­σιμο του αιώνα. Χαίρομαι που τη χαρά αυτή μου την
έδω­σε η προβολή της ταινίας του Δήμου Αβδελιώδη “Η εαρι­νή σύναξις
των αγροφυλάκων”, στο Παλλάς στις 5 Δεκεμβρίου 1999. Καθόμουν δίπλα
στον Αλέξη Δαμιανό και τον ά­κουσα να λέει: “Ποτέ δεν αισθάνθηκα πιο
περήφανος”. Και εγώ βαθιά συγκινημένη μονολογούσα. Επιτέλους
ελληνι­κός κινηματογράφος. Επιτέλους ελληνικός κινηματογρά­φος στο
μέγεθος που του ανήκει.

Βρεθήκαμε στο όνειρο και το ταξίδι των παραμυ­θιών και των θρύλων,
περνώντας μέσα από τη μαγεία της πραγματικότητας, και την ποίηση της
ταπεινής καθημερι­νότητας. Φόντο οικείο αλλά ξεχασμένο, πάνω στο οποίο
υφάνθηκε η ευαισθησία του Έλληνα από τον καιρό της μυ­θολογίας. Στο
βάθος αυτής της αριστουργηματικής σύνθεσης μπορείς να διακρίνεις την
κίνηση της μεγάλης γραφής, που έρχεται από πολύ μακριά και συνθέτει το
χρόνο, συνθέτει τη φύση με τον άνθρωπο, συνθέτει αδιάσπαστα το κωμικό
μέσα στο τραγικό και εκτινάσσει το καθημερινό στο μύθο. Τέτοια
καταγωγή αρχαία έχει το τάλαντον του Δήμου Αβδελιώδη.

Οι εξαίρετοι ηθοποιοί της ταινίας είναι στην πλει­ονότητα ερασιτέχνες
και απ’ όσο γνωρίζω παντελώς ά­γνωστοι… “Ακόμη και ο σκύλος παίζει
καταπληκτικά” ά­κουσα να λένε. Ακόμη και οι τουλίπες και τα σύννεφα
παί­ζουν καταπληκτικά, αρκεί να τους δώσει ρόλο ο σκηνοθέ­της.

Δέσποινα Τομαζάνη


ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ

19 Νοεμβρίου 1999

Επιτέλους μια πολύ καλή ελληνική ταινία, η ο­ποία, όμως φοβάμαι ότι
δεν συμμετέχει στο διεθνές και ε­πομένως μόνον από τα κρατικά βραβεία
έχει να περιμένει. Λέγεται “Η εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων” και
πράγματι θα μάθετε πολλά πράγματα από το αγρονομείο και τους
αγροφύλακες. Θα μάθετε, όμως, και τι εστί μια υπέροχη Ελλάδα,
τετράξανθη, γεμάτη πέτρες, θολά ποτάμια και περίεργους ανθρώπους. Ο
σκηνοθέτης Αβδελιώδης κάθε άλλο παρά ά­γνωστος μας είναι. Εδώ
ξαναβρίσκει την υπέροχη εκείνη χιουμοριστι­κή φλέβα, που του είχε
εξασφαλίσει πριν από λίγα χρόνια την πρώτη επιτυχία του με το “Δέντρο
που πληγώναμε”. Σκηνές μεγάλης ομορφιάς και αυθεντικής αγροτι­κής
ποίησης, εξυπνάδας και σκηνοθετικής εφευρετικότη­τας. Μπράβο, κ.
Αβδελιώδη, μας άρεσε πολύ η ταινία σας.

Ροζίτα Σώκου


ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

19 Δεκεμβρίου 1999

“Η ταινία είναι διάσπαρτη με χιούμορ, άμεσα κατανοητή και δεν
χρειάζεται δυσπρόσιτες ερμηνείες και προσεγγίσεις. Το σημαντικότερο
τεστ ήταν ότι δοκιμάστηκε με το κοινό, που, αν και ήταν κουρασμένο
λόγω του φυσικού φόρτου, τον οποίο δημιουργούσαν οι ανάγκες και η
ένταση του Φεστιβάλ, την επέλεξε ως την καλύτερη. Θεωρώ ότι χτύπη­σε
το στόχο της, γιατί απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό και δεν είναι
εστετίστικη…”.

“Δημιουργώ, όταν κάτι με καίει, με βασανίζει και δεν μ’ αφήνει να
κοιμηθώ. Αυτός είναι ο δρόμος που ακολουθώ. Δεν είμαι ο άνθρω­πος, που
θα κατασκευάσει μια ταινία κατά παραγγελία. Εάν δεν υπάρχει ένα πολύ
σοβαρό κίνητρο, δεν αισθάνομαι το λόγο να κάνω ταινία.”

“Δεν με ενδιαφέρει ο κινηματογράφος από πλευράς εισιτηρίων, ούτε
εμφανίζομαι για να δείξω πόσο έξυπνος είμαι και πόσο καλά χειρί­ζομαι
ένα θέμα. Με απασχολούν πιο πολύ ζητήματα που έχουν σχέση με τον
πολιτισμό μας, ενώ προέκταση τους είναι όλες οι ταινίες μου.”

“Δυστυχώς, μέσα στη συγχρονικότητά μας, δεν καταλαβαίνου­με την
απομάκρυνση μας από τη φύση και αυτό είναι τραγικό! Όταν ζεις τριάντα
χρόνια στην Αθήνα και αναλώνεσαι στις προσωπικές σου εργα­σίες, είναι
εύκολο να ξεχαστείς, αλλά πάντα έχεις την αίσθηση ότι κάτι σου λείπει.
Η έλλειψη αυτή είναι η σχέση με τη φύση, η οποία γεννά στους ανθρώπους
εξυπνάδα και ευγένεια, οίστρο και εγρήγορση. Η φύ­ση τροφοδότησε τον
ελληνικό πολιτισμό. Οι εικόνες και το φως της Ελλάδας είναι μοναδικά,
άρα γιατί να μην μεγαλουργήσει και η σκέψη;

“Η ίδια η γνώση της τεχνικής και της δραματουργίας του θεά­τρου και
του κινηματογράφου σου επιβάλλει την αφαίρεση. Η τέχνη εί­ναι
επιλεκτική και δουλεύει κατά σύμβαση. Ο θεατής γνωρίζει ότι αυτό που
συμβαίνει μπροστά του δεν είναι συγχρονικό, ούτε πραγματικό. Γι’ αυτό
είμαι εναντίον του νατουραλισμού, κυρίως του αμερικανικού (ανα­φέρομαι
στην εξτρεμιστική άποψη του, που θέλει η τέχνη να είναι η ίδια η ζωή).
Η τέχνη για να είναι απολαυστική πρέπει να λειτουργεί κατά σύμ­βαση. Η
αφηγηματική τέχνη και το θέατρο είναι εφεύρεση των Ελλήνων και
προϋποθέτει τη συμπύκνωση του χώρου, του χρόνου και των πράξε­ων του
ανθρώπου. Αν δεν είσαι αφαιρετικός, δεν δουλεύεις με τους κα­νόνες της
τέχνης.”

Κυριακή Τσολάκη


ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

22 Νοεμβρίου 1999

Εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι την ειδική μνεία η “Fipresci”, η
Διεθνής Ένωση Κριτικών, την επιφύλαξε ως προς τον ελληνικό
κινη­ματογράφο για την ταινία του Δήμου Αβδελιώδη ‘Ή εαρινή σύναξις
των αγροφυλάκων”, που δεν συμμετείχε στο διεθνές τμήμα.

Παν. Τιμογιαννάκης


ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΛΟΓΟΣ

28 Νοεμβρίου 1999

Δήμο Αβδελιώδη, Μπράβο!

Με υπεράριθμους θεατές έγινε η πρεμιέρα του έργου “Η εαρινή σύναξις
των αγροφυλάκων” που κατέπληξε ακόμα και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο – κατά
δήλωση του σκηνοθέτη Δήμου Αβδελιώδη – ο ο­ποίος κατάφερε με
ερασιτέχνες ηθοποιούς να γυρίσει ένα έργο για τον τόπο μας,
αναδεικνύει την παράδοση του και μας θυμίζει τα καλά της δεκαετίας του
’60.


ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

18 Νοεμβρίου 1999

Ο Αβδελιώδης βρίσκεται σε ερωτική επαφή με το φυσικό ντεκόρ, γνωρίζει
τον τρόπο να χώνει την κάμερα του στο μεδούλι του και να το
ξεψαχνίζει. Ρυθμολογικά προσεγγίζει τις ανάγκες κάθε μιας από τις
τέσσερις επο­χές, στις οποίες εκτυλίσσονται οι ιστορίες, ενώ
δραμα­τουργικά διαπλάθει επαρκώς τους χαρακτήρες του. Τα κωμικά
στοιχεία ισοσταθμίζονται έξοχα με την καλοκαιρι­νή νωχέλεια της φύσης
ή τη χειμωνιάτικη παγωνιά της. Δίπλα τους, η ιστορία του τριγώνου
εξουσία (διευθυντής αγρονομίας) – φορείς της (αγροφύλακες) – αποδέκτες
(χω­ρικοί), συντελείται ολοκληρωμένα και συναλλάσσεται με τη δέουσα
σοβαρότητα με τις προαναφερθείσες κωμικές νότες. Στα χνάρια ενός
ουσιαστικά ελληνοκεντρικού κι­νηματογράφου, ακολουθεί με συνέπεια τα
πατήματα του, αναδίδοντας μυρωδιές από θυμάρι και πιτσουνάκια — ό­πως
θα επιθυμούσε ο μεγάλος Σταύρος Τορνές. Βέβαια το φιλμ αποδυναμώνεται
από την εσφαλμένη και αβασά­νιστη μουσική επένδυση των “Τεσσάρων
Εποχών” του Βιβάλντι, άξενη προς το ελληνικό τοπίο, να μπουκώνει
α­ναίτια τις γάργαρες εικόνες. Αλλά, λίγο το κακό!

Βασίλης Κεχαγιάς


ΝΙΚΗ

18 Νοεμβρίου 1999

Στο κλίμα της ταινίας “Το Δέντρο που πληγώνα­με”, αυτή η ταινία, η
τρίτη του Αβδελιώδη, θα είναι ένα α­κόμα ποιητικό παραμύθι του
σκηνοθέτη. Κατά τη γνώμη μας μαζί με τον “Ανθό της Λίμνης” είναι οι
καλύτερες ελ­ληνικές ταινίες που έχουν προβληθεί μέχρι σήμερα στη
Θεσσαλονίκη.

Γιάννης Ιωαννίδης


Η ΑΛΗΘΕΙΑ

26 Νοεμβρίου 1999

Στιγμές δοσμένες με λεπτότητα και χιούμορ, που δημιουργούν την ευφορία
στο θεατή. Τα εξαιρετικά πρόσωπα των πρωταγωνιστών, οι χώροι, αλλά και
η όλη σκηνοθετική γραμμή καταφέρνουν να δώσουν στην ταινία μια
ατμόσφαιρα που αγγίζει την αληθινή ποίηση. Στοιχείο που το­νίζεται και
με την εμπνευσμένη απόφαση να χρησιμοποιηθούν για μου­σική υπόκρουση
οι “Τέσσερις Εποχές” του Βιβάλντι.


ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ

20 Νοεμβρίου 1999

Μέχρι χθες το πρωί πρώτη σε προτίμηση του κοινού ήταν Η Ε­ΑΡΙΝΗ ΣΥΝΑΞΗ
ΤΩΝ ΑΓΡΟΦΥΛΑΚΩΝ, η οποία παρά το μεγάλο μήκος της και τα συχνά αργά
πλάνα εντούτοις με την ευαισθησία και τη γλυ­κύτητα της απέκτησε
οπαδούς.

Ιάσονας Τριανταφυλλίδης


ΝΕΜΕΣΙΣ

Έρχονται οι «Αγροφύλακες» ως έαρ

Ο χρόνος που έφυγε μας επεφύλασσε μια μεγάλη έκπληξη για τα ελληνικά
κινηματογραφικά χρονικά και όχι μόνο: Η ταινία του Δήμου Αβδελιώδη «Η
εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων» που δεν ήταν απλά η καλύτερη της
χρονιάς-αλλά τολμώ να πω- και μία από τις καλύτερες στην ιστορία του
ελληνικού κινηματογράφου. Τέτοια συγκίνηση είχαμε χρόνια να
αισθανθούμε, αφού τόσο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το Νοέμβριο όσο και
στην Αθήνα στο «Παλλάς» τον Δεκέμβριο δημιουργήθηκε έξω από τις
αίθουσες μετά την προβολή «νυχτερινή σύναξις» από το «μουδιασμένο» από
την αισθητική απόλαυση κοινό που παρέμεινε για αρκετή ώρα συζητώντας
για την ταινία. Ένα πραγματικό έργο τέχνης, ένα αληθινό διαμάντι που
με το φως του, από τα τέλη του Φλεβάρη, θα «χαράξει» το σκοτάδι των
κινηματογραφικών αιθουσών.

Μίμης Τσακωνιάτης


Δηλώσεις Αβδελιώδη για την τέχνη και τη


ζωή

«Η παράδοση συνεχίζει να ζει όταν τη φυλάνε οι άνθρωποι, όχι όπως το
φως στο καντήλι σε μια γωνιά, αλλά όταν με αυτή ανάβουν μια καινούργια
φωτιά».


«Η τέχνη είναι η μάνα που δίνει τα εργαλεία της. Αλλά την τέχνη δεν
μπορείς να τη μάθεις από την αρχή. Παίρνεις το φως και προχωράς,
αξιολογώντας τα πράγματα. Η τέχνη που μας συγκινεί επανιδρύει μέσα μας
τα αισθήματα του αθέατου κόσμου, που δίνει νόημα στη ζωή. Γιατί, αν
δεν αποκτά αξία η ζωή, δεν έχει νόημα η ύπαρξή μας. Δεν είμαι
φετιχιστής της παράδοσης. Σέβομαι τους δασκάλους, για να παίρνω
δύναμη. Δεν ξεχνώ τον κόσμο των νεκρών, το παρελθόν μας. Αυτό είναι η
παράδοση για μένα. Είμαστε πάνω σ΄ ένα τεράστιο Σύμπαν που πρέπει να
το εκτιμήσουμε, να του δώσουμε αξία για να μπορέσουμε να το
απολαύσουμε».


«Αν παραιτηθώ από την προσδοκία ότι η τέχνη ανήκει στον κόσμο, δεν θα
έχω όρεξη να δουλέψω για το μεγάλο, το σπουδαίο. Μόνο για πράγματα που
αγαπώ πάρα πολύ μπορώ να μιλήσω. Αν δεν συγκινηθώ εγώ ο ίδιος, γιατί
να συγκινηθούν οι άλλοι; Χρειάζεται να παλεύεις γι΄ αυτό που αγαπάς.
Χρησιμοποιώ την ηθογραφία, όχι για να αποκωδικοποιήσω τη φύση, τα ήθη
ενός μικρόκοσμου, αλλά για να βρω την ομορφιά που είναι σε αντίστιξη
με το άσχημο, τον πόνο της απώλειας. Μέσα από αυτή τη συμμετρία
αναγνωρίζεις τον μηχανισμό της ζωής, όπου υπάρχει το κύμα που έχει το
καλό και το κακό. Το θέμα είναι να μην εξαφανίζεται το καλό. Η τέχνη
γι΄ αυτό μας παρηγορεί. Παλεύεις για την ομορφιά, για το φευγαλέο του
χρόνου. Γιατί έχεις την ψευδαίσθηση ότι τον διαχειρίζεσαι. Τον πας
εμπρός, πίσω, τον διαστέλλεις και τον συσπειρώνεις. Κάνεις υπέρβαση,
περιφρονείς τον θάνατο και τον φόβο. Θέλει μια αθωότητα ο φόβος για να
νικηθεί».


«Όλα τα πράγματα έχουν μιλιά και πίσω από αυτά ανακαλύπτεις το καλό,
το μέλλον. Είμαι αισιόδοξος για τους ανθρώπους. Επιρρεπείς στη χαμηλή
ποιότητα, αλλά και έτοιμοι να δουν την αλήθεια και το καλό. Μπορεί η
τηλεόραση να έχει αλώσει το κάστρο, να εξανδραποδίζει τον πολιτισμό
του λόγου που έχει αρχοντιά και ευγένεια, αλλά ξέρω πως υπάρχουν
εκατομμύρια που είναι ποιητές της ζωής».


«Η νοσταλγία για μένα είναι η επιθυμία που όλοι οι άνθρωποι έχουμε να
επιστρέψουμε στην αθωότητά μας· η αθωότητα είναι μια πολύ δυνατή και
ωραία αίσθηση, είναι αυτή που μας κάνει να θαυμάζουμε τον κόσμο, να
βλέπουμε κάτι και να νομίζουμε ότι το βλέπουμε για πρώτη φορά. Την
αίσθηση αυτή σιγά σιγά τη χάνουμε, επειδή οι δυνατότητες του μυαλού
μας καταλαμβάνονται από τον τρόπο που μαθαίνουμε να ζούμε τη ζωή με
τις λιγότερες απώλειες, ένας διαρκής δηλαδή συμβιβασμός με το
κοινωνικό φαινόμενο, κάτι που είναι πραγματικό και αναγκαίο και δεν
μπορούμε να το αποφύγουμε. Έχω την ελπίδα ότι καταδείχνοντας αυτή την
επιστροφή στο χρόνο, στο χώρο της αθωότητας, είναι σαν να αγγίζει
κάποιος και την αίσθηση των άλλων και έτσι να κάνει τους ανθρώπους πιο
μαλακούς στη λειτουργία των αισθήσεων, αλλά κυρίως να προβάλει μέσα
τους ένα μοντέλο ζωής που χρησιμοποιεί το παρελθόν, για να
δημιουργήσει καλύτερες συνθήκες για το τώρα. Και αυτό το τώρα συνήθως
ταυτίζεται και με την έννοια του μέλλοντος. Για μένα όμως έχει
μεγαλύτερη σημασία στην περιοχή του τώρα να εναποτίθεται αυτή η μάθηση
και αυτή η αίσθηση των πραγμάτων».

«Μ’ ενδιαφέρει περισσότερο η αυθεντικότητα και η φυσικότητα σε μια
ταινία. Eάν μεταφέρεις ένα φορτίο με λάθος τρόπο, δεν αποκτά τη μορφή
που θέλεις, γίνεται μια ανάλωση αυτού του φορτίου πάνω σε κάποια κλισέ
και έτσι χάνεται το στοιχείο της αυθεντικότητας. H εικόνα είναι
αμείλικτη, δεν μπορείς να την αλλοιώσεις, κυρίως στον κινηματογράφο,
όσο κι αν έχεις τη δυνατότητα να κάνεις τρικ, να κάνεις μακιγιάζ, να
προσθέσεις κάποια στοιχεία ειδικά σήμερα με την τεχνολογία. H
πραγματικότητα του κινηματογράφου που σκοπεύει στην τέχνη δεν μπορεί
να ενσωματώσει κάτι το οποίο δεν είναι αυθεντικό. Γι’ αυτό διαλέγω
πάντα ερασιτέχνες ηθοποιούς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι κανόνας.
Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή η επιλογή έχει σχέση με τη
θεματολογία, που μπορώ να πω ότι είναι ηθογραφία. Και αυτό καθορίζει
τα πράγματα».

«Δεν βλέπω την τέχνη βιοποριστικά, ούτε τη βλέπω επαγγελματικά, για να
κερδίσω μια θέση καλύτερη μέσα στην ιεραρχία της δουλειάς που λέγεται
σκηνοθεσία. Eμένα περισσότερο με απασχολεί η προσωπική έκφραση και να
προβάλω το δικό μου στίγμα σαν μια αναγκαιότητα. Αυτή η αναγκαιότητα
δεν ξέρω από πού και γιατί προκύπτει, αλλά είναι μια ισχυρή δύναμη που
με σπρώχνει να κάνω εικόνες τις σκέψεις και τις μνήμες που έχω βιώσει.
Kάθε ταινία μου είναι πραγματικά μια κατάθεση και γι’ αυτό δεν είναι
εύκολο να επαναλαμβάνεται συνέχεια».

Φωτογραφίες: